Home

Welcome!

Καλωσήρθατε!

Добро пожаловать!



                 

Σελίδα Γιώργου Λεονάρδου

 


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ  

 1997



ISBN 960-236-843-8     Σελίδες 388

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ "ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ – Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ"  









  Το μυθιστόρημα αυτό ξεκίνησε να γραφεί για να δώσει μια γεύση των ισχυρών δεσμών που υπήρχαν μεταξύ των μελών μιας οικογένειας στα χρόνια του μεσοπολέμου.
 
Όμως άθελα, χωρίς τη συνειδητή βούληση του συγγραφέα, ξεπήδησε μέσα από τις γραμμές του, ένας δυνατός χαρακτήρας, αυτός της μικρής Μαρίκας, η οποία σε κάποια στιγμή της παιδικής της ηλικίας – δεν είχε ακόμα κλείσει τα δεκατρία της - συνάντησε αντάμα τη ζωή και το θάνατο.
 Βρισκόμαστε στη Σμύρνη του 1921. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας της, όπου την έφεραν άρον άρον από το σχολείο, είδε στην κούνια της την ηλικίας μιας ημέρας νεογέννητη αδελφή της και δίπλα, στο διπλό σιδερένιο κρεβάτι, τον πατέρα της νεκρό. Εκεί τον είχαν εναποθέσει οι συνάδελφοί του μετά τη θανατηφόρα πτώση του, ενώ εργαζόταν στην κουπαστή ενός τρεχαντηριού στο ναυπηγείο όπου το είχαν βγάλει.
 Η μικρή Μαρίκα δείχνει στην αρχή να τα έχει χαμένα και να μη μπορεί να κατανοήσει την τραγωδία που άρχισε να διαδραματίζεται ξαφνικά στον περίγυρό της, και η οποία ανέτρεπε όλα τα όνειρα που έκανε.
 Προσπαθώντας με τις μικρές δυνάμεις της να επανέλθει στην ομαλότητα, όσο ήταν εφικτό αυτό, αρπάζει σαν σανίδα σωτηρίας μια πρόσκληση από τον θείο Γιώργη, τον αδελφό της μητέρας της, να πάνε όλοι να εγκατασταθούν στο σπίτι του στην Αλεξάνδρεια, όπου και θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας μετά το ορφάνεμά τους.
 Ο θείος Γιώργης είχε σύζυγο και εννέα παιδιά. Τόσα του είχαν μείνει από τα δέκα πέντε που είχε κάνει. Η Μαρίκα, εκτός από τη μητέρα της, είχε και τέσσερα μικρότερα αδέρφια, μαζί με το νεογέννητο κοριτσάκι.
 Το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας του θείου Γιώργη δεν ξεστρώνεται ποτέ. Οι διαφορετικές ηλικίας όλων εκεί μέσα και τα ξεχωριστά επίπεδα ενδιαφέροντός τους αναγκάζουν τη θεία Παρασκευή, τη σύζυγο του θείου Γιώργη, να περιορίζεται στην ανανέωση μόνο των εδεσμάτων που βρίσκονται πάνω του, προκειμένου να βρίσκουν τα παιδιά, αδέρφια και ξαδέρφια μαζί, κάτι να φάνε στην ώρα της σχόλης τους.
 Η Μαρίκα δεν αργεί να βρει το δρόμο της μέσα στην πολυεθνική και πολυπολιτισμική κοινωνία της προπολεμικής Αλεξάνδρειας. Όταν ξεκίνησε να βρει δουλειά πήγε πρώτα στη θάλασσα, πάνω σε ένα μπλόκι, εκεί, που όπως λεγόταν, είχε κτισθεί παλιά ο φάρος της Αλεξάνδρειας. Ήταν συνδεδεμένη, όπως και ο πατέρας της, με τη θάλασσα. Εκεί έκανε μια ευχή και έδωσε μια υπόσχεση. Να τη βοηθήσουν οι Νηρηίδες της να τα καταφέρει για την ίδια και την οικογένειά της, και μετά… Μετά τους χάριζε την ψυχή της.
 Γρήγορα η Μαρίκα ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της κοινωνίας. Ξεκίνησε ως ‘‘η μικρή’’ που μαζεύει τις καρφίτσες από το πάτωμα στο εργοστάσιο σουτιέν και κορσέδων της μαντάμ Μπερνάρ, μιας κοσμοπολίτισσας Πολωνο –εβραίας, και σύντομα βρίσκεται ιδιοκτήτρια της επιχείρησης χάρη στην εργατικότητά της και τη συμπάθεια της αφεντικίνας. Όταν η μαντάμ Μπερνάρ αποφασίζει να επιστρέψει κοντά στην κόρη της στην Πολωνία, πολύ πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, η Μαρίκα το ‘‘κληρονομεί’’, πληρώνοντας σε δόσεις από την επιχείρησή της πλέον, το αντίτιμο της αγοράς.
 Όταν, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, μαθαίνει το χαμό της μαντάμ Μπερνάρ, αισθάνεται την ανάγκη να της κάνει μνημόσυνο, αλλά μη τολμώντας να πάει στη συναγωγή και να το ζητήσει, καταφεύγει στην ορθόδοξη εκκλησία και επιβάλει να γίνει μνημόσυνο για τη δασκάλα της, όπως την ονομάζει. Οι δωρεές της στα διάφορα εκκλησιαστικά ιδρύματα, αλλά και στην ίδια την εκκλησία, χαλαρώνουν την οποιαδήποτε άρνηση θα μπορούσαν να προβάλουν οι ιερωμένοι.
 Έχει αποκτήσει πλέον αρκετά χρήματα για να είναι ισχυρή και να επιβάλλει τη θέλησή της. Οι αποφάσεις της πολλές φορές ξενίζουν τους φίλους της και τον περίγυρό της, αλλά… Αυτή είναι η Μαρίκα, λένε με ένα αναστεναγμό.
 Μορφώνει και προικίζει, αλλά και αποφασίζει και επιλέγει γαμπρούς και νύφες για τα τέσσερα αδέλφια της, αλλά εκείνη παραμένει ανένδοτη στη ζωή που χάραξε. Να μείνει μόνη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.
 Μετά από πολλές παροτρύνσεις και πιέσεις, επιστρατεύτηκε και ο πατριάρχης για το σκοπό αυτό, η Μαρίκα δέχεται να παντρευτεί και διαλέγει κάποιο παιδικό φίλο της, που είναι και του χεριού της. Ο γάμος έχει τις ατυχίες του. Το πρώτο της παιδί πεθαίνει και ο θάνατός του συγκλονίζει όλη την οικογένεια. Ήταν και ο μοναδικός βλαστός της.
 Η Μαρίκα πεισμώνει για το θάνατό του και μένει αμέσως γρήγορα έγκυος. Αυτή τη φορά το παιδί επιζεί, αλλά ο πατέρας του δείχνει σημεία κάμψης υποφέροντας ακόμη από το προηγούμενο πλήγμα.
 Λίγους μήνες μετά τη γέννηση του νέου γιου του εκείνος πεθαίνει. Η Μαρίκα απομένει μόνη και χήρα. Δηλώνει ότι δεν ξαναπαντρεύεται, όχι ο πατριάρχης, αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς να κατέβει στη γη για τη δεύτερη παρουσία Του, εκείνη δεν θα μετακινηθεί από τη θέση της.
 Ξεσπάει ο πόλεμος και οι συγκρούσεις μαίνονται. Η πολυκατοικία όπου διαμένει η Μαρίκα, στο κέντρο της Αλεξάνδρειας, πάει και έρχεται από τους καθημερινούς βομβαρδισμούς και τις ομοβροντίες που ακούγονται καθαρά από τη μάχη του Αλ Αλαμέϊν. Η Μαρίκα όμως δεν συγκινείται, ούτε κλονίζεται, και ας συγκλονίζεται συθέμελα το σπίτι της. Εκείνη βρήκε παρηγοριά στις επιχειρήσεις της και το ‘‘χαρτί’’. Το πρωί δουλειά, το βράδυ χαρτοπαιξία. Ούτε στη διάρκεια των βομβαρδισμών γύρω από το σπίτι της δεν αφήνει τους συμπαίκτες της να κατεβούν στο καταφύγιο. ‘‘Ποιος έχεις σειρά να κάνει χαρτιά;’’, ρωτά, όταν οι υπόλοιποι γύρω από την πράσινη τσόχα έχουν τρομοκρατηθεί, έχουν παρατήσει τα χαρτιά κάτω, και είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν κέρδη και οτιδήποτε άλλο για να τρέξουν για μια θέση στο καταφύγιο.
 Ένας μόνο από τους συμπαίκτες της, ο πιο δυναμικός που της έχει πάει επανειλημμένα κόντρα στο παιχνίδι, κάθεται αγέρωχος σαν να μην ακούει και εκείνος τις βόμβες που πέφτουν γύρω. Όταν έφτασε να πέσει μια βόμβα σε διπλανή πολυκατοικία και να σημειωθεί ορυμαγδός και να σβήσουν τα φώτα, μόνο η Μαρίκα και εκείνος κάθονται στο πράσινο τραπέζι με τα χαρτιά στο χέρι. Οι υπόλοιποι γονάτισαν και κατέφυγαν κάτω από αυτό, αναζητώντας έστω και μια ελάχιστη προστασία.
 Η Μαρίκα δεν άργησε να τον προσέξει. Και να τον ερωτευτεί…
Χρόνια πολλά μετά, όταν η Μαρίκα απέμεινε μόνη και από συγγενείς, μετά τις ‘‘αναχωρήσεις’’ των περισσοτέρων προσφιλών της, αλλά και από περιουσία, μετά την κατασπατάληση της περιουσίας με τον μακαρίτη δεύτερο σύζυγό της, θα βρεθεί σε μια ακρογιαλιά της νότιας Κρήτης και θα κοιτάξει για τελευταία φορά τη θάλασσα, που τη συνέδεε με την πόλη στην οποία μεγαλούργησε, ή τουλάχιστον που της άφησε τις εντονότερες αναμνήσεις. Και θα απαγγείλει τους στίχους του φίλου της ποιητή Κ. Καβάφη, με τον οποίο ήταν γείτονες και έκαναν λίγη παρέα. Όχι πολύ, γιατί δεν ενέκρινε την ‘‘ιδιαιτερότητά’’ του.
 
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
Αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει…
 
Μόλις τελείωσε την απαγγελία του στίχου, έτρεξε στη θάλασσα κολυμπώντας προς την κατεύθυνση της θρυλικής πόλης της. Δεν ξαναγύρισε. Έμεινε πιστή στην υπόσχεσή της στις Νηρηίδες της…
 ‘‘Με το χειρόγραφο αυτό, γράφει σαν επίλογο ο συγγραφέας, θέλησα να αποτυπώσω την κοινωνία μιας εποχής. Το αφήγημα αυτό δεν είναι ούτε μύθος, ούτε ιστόρημα. Ούτε εγώ ξέρω τι είναι…
 ‘‘Όμως,  δεν υποστηρίζεται ότι οι πρωταγωνιστές ενός μυθιστορήματος είναι ψυχές χωρίς σώματα; Ε, αυτές οι ψυχές ζήτησαν επίμονα να γυρίσουν στη γη για ένα διήμερο. Όσο κράτησαν συντροφιά στον αναγνώστη, που διάβασε το χειρόγραφο αυτό.
 ‘‘Θέλησαν να πάρουν άρωμα γης, αφήνοντας για λίγο τους αιθέριους και άυλους παραδείσους τους…’’

Send mail to Webmaster: leonardos.george@hotmail.com if problems arise with this site. Copyright © 2005 George Leonardos gleonardos@hol.gr