Home

Welcome!

Καλωσήρθατε!

Добро пожаловать!

Willcommen!


Αν θέλετε να αποκτήσετε τα βιβλία του Γιώργου Λεονάρδου σε ψηφιακή μορφή, e books, πατήστε COSMOTE books ή αν προτιμάτε Myebooks


Μερικές εικόνες με το φακό του συγγραφέα που προχώρησε στη μεγάλη περιήγηση για τη σύνταξη των θαλασσινών βιβλίων του. Κάποτε...

Για να δούμε και λίγη Ανταρκτική, έτσι για να ξεφύγουμε λίγο από τη δική μας πραγματικότητα:












ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ



Από την απονομή του Κρατικιού Βραβείου μυθιστορήματος στις 15/3/2009

Από τον τότε υπουργό Πολιτισμού, κ. Αντώνη Σαμαρά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ 

Καλώς ήρθατε στη σελίδα του Γιώργου Λεονάρδου

Επιλέξτε τη γλώσσα που επιθυμείτε -  Choose the language

Ελληνικά                  English           Deutsch



ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ Β΄

Ο ΡΙΝΟΤΜΗΤΟΣ


Μέσα σε ένα περιβάλλον δολοπλοκιών, συνωμοσιών και ραδιουργιών, στο οποίο η φιλία, ο έρωτας και η αφοσίωση εναλλάσσονται χωρίς ενδοιασμούς με την έχθρα, την προδοσία και τη σπιουνιά, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ αναδεικνύεται ταυτόχρονα θύτης και θύμα, λατρεμένος ηγέτης και απόβλητος της κοινωνίας, καταφέρνοντας να επανέλθει πανίσχυρος και εκδικητικός στο θρόνο των προγόνων του, παρ' ότι ακρωτηριασμένος.

Στη δύναμη του ανθρώπινου χαρακτήρα και στη θανάσιμη εμμονή για τη λυσσαλέα επιδίωξη της εξουσίας επικεντρώνεται σε αυτό το τελευταίο συναρπαστικό μυθιστόρημα “Ιουστινιανός Β΄ο Ρινότμητος”, ο βραβευμένος μεταξύ άλλων και με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, συγγραφέας Γιώργος Λεονάρδος, βγάζοντας και πάλι στην επιφάνεια κάποιες εν πολλοίς άγνωστες σελίδες της Ιστορίας, αλλά και ξεδιπλώνοντας πτυχές της κοινωνικής, πολιτικής οικονομικής και θρησκευτικής καθημερινότητας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.


ΝΗΣΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ



Nα ξεκλειδώσει μυστικά που έμειναν για αιώνες σφραγισμένα.

Γράφει η Πέρσα Κουμούτση

 Αν η ζωή εμπνέει την τέχνη, τότε αναμφίβολα η Ιστορία, η θάλασσα και η περιπέτεια εμπνέουν τα βιβλία του Γιώργου Λεονάρδου και σχεδόν πάντα προοικονομούνται σε αυτά από τις πρώτες κιόλας αράδες ή σελίδες τους, προϊδεάζοντας και προετοιμάζοντας κατάλληλα τον αναγνώστη για το μύθο, την μελλοντική πορεία και την εξέλιξη του. Άλλωστε εδώ και δυο τουλάχιστον δεκαετίες έχει ασχοληθεί επισταμένα με την ιστορική έρευνα και τα βιβλία του στην πλειοψηφία τους κατατάσσονται στο πολυσυζητημένο είδος που αποκαλούμε ιστορική μυθιστοριογραφία και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που αναφερόμενοι στο ιστορικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα ο νους μας τρέχει στο όνομά του, αφού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο πια με το είδος αυτό.

Και είναι αλήθεια ότι ένα ιστορικό γεγονός αφομοιώνεται ευκολότερα όταν παραδίνεται στον αναγνώστη του φιλτραρισμένο μέσα από τη φαντασία του δημιουργού του, διυλισμένο μέσα από τα μυθοπλαστικά εκείνα στοιχεία του που το καθιστούν πιο προσιτό στην πρόσληψή του. ενώ οι μικρότερες ιστορίες που διέπουν τα μυθιστορήματα αυτά συνήθως αποτελούν το όχημα και τυπικά διατρέχουν τα βιβλίο και ως ένα βαθμό αποτελούν κινητήριες προφάσεις για να υπάρξουν.

Έτσι και το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό δείγμα δουλειάς του και της αγάπης του για τα τρία στοιχεία που προανέφερα: την Ιστορία, την περιπέτεια και τη θάλασσα, γεγονός καθόλου τυχαίο αφού ως βέρος αλεξανδρινός δε θα μπoρούσε παρά να τα αγαπήσει, επιβεβαιώνοντας την πεποίθηση μου, ότι ο τόπος, η καταγωγή και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε επιδρά καταλυτικά στη διαμόρφωση των αισθητικών επιλογών μας.

Μόνο που αυτή τη φορά, το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας ξεφεύγει από την τυπική αναπαράσταση (της εποχής) που ο δημιουργός επιλέγει να σκιαγραφήσει, γιατί εδώ η εποχή και τα ιστορικά γεγονότα δίνονται μέσα από το πρίσμα μιας σύγχρονης και άκρως ενδιαφέρουσας ιστορίας που επινοεί ο συγγραφέας: Μιας οδυσσειακής σχεδόν περιπέτειας στην οποία ο Γιώργος Λεονάρδος, πάντα εμπλέκοντας την προσωπική του έμπνευση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γραφής του μεταφέρει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες, την πιστότητα, το πνεύμα, και τις συνθήκες μιας ακόμα παρελθούσης ιστορικής περιόδου, που λίγοι από μας γνωρίζουμε.

Το μυθιστόρημα: «Τα νησιά ξεχασμένα στον χρόνο», όπως μας προϊδεάζει ο τίτλος του, ο οποίος είναι, φανερά επηρεασμένος από το έργο του Καραγάτση, «το ξεχασμένο νησί», ο συγγραφέας επιλέγει να μας ξεναγήσει σε μια ενδιαφέρουσα και γοητευτική εποχή και στους Έλληνες εξερευνητές ή κονκισταδόρες, που κατά τον 16 αιώνα έλαβαν μέρος στις εξερευνητικές αποστολές μαζί με τους μεγάλους Ισπανούς Θαλασσοπόρους για την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου. Κύριος άξονας της Ιστορίας, είναι η περιπέτεια του DonTeodoro Griego, πού χάθηκε κάπου στις ακτές της Φλώριδας, αναζητώντας τον θησαυρό των Ινδιάνων Ἀπαλάτσι, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας της σύγχρονης ιστορίας, και συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, είναι ο εξ Αιγύπτου ομογενής Αλέξανδρος, ο οποίος στη προσπάθεια του να ξεφύγει από τη ανία και τη θλίψη για την απώλεια αγαπημένου προσώπου, ακολουθεί τα ίχνη του έλληνα θαλασσοπόρου, αναβιώνοντας με θαυμαστή ενάργεια τον βίο και τις περιπέτειες του στον Νέο κόσμο, ανοίγοντας με αυτόν τον στον αναγνώστη του ένα σημαντικό κεφάλαιο της ναυτικής κυρίως ιστορίας, παρακινώντας τον την ίδια στιγμή να ακολουθήσει τη μαγευτική όσο και έμπλεης δράσης και περιπέτειας διαδρομή από τη Ρώμη, στην Βαρκελώνη, στη Σεβίλλη, το Γιβραλτάρ Φλώριδα, το Λος Άντζελες, για να φτάσει μαζί του στην Γαλλική Πολυνησία και να γνωρίσει μέσα από εξαιρετικές περιγραφές τα νησιά του επιγείου παραδείσου της Ταϊτής. Να ξεκλειδώσει μυστικά που έμειναν για αιώνες σφραγισμένα. Έτσι μαζί με τις πάμπολλες ιστορικές αναφορές, τις γλαφυρότατες περιγραφές των τόπων οι οποίες είναι εύστοχα δοσμένες και διακτινώνονται με επιτυχία σε όλο του το φάσμα το βιβλίου, παρέχεται με τρόπο φυσικό και μέσα από το πρίσμα και την προσωπική ματιά του ίδιου του αφηγητή, ένας εξαιρετικά σημαντικός αριθμός πληροφοριών για τη συμμετοχή των Ελλήνων ναυτικών στην κατάκτηση του Νέου Κόσμου. Αλλά ο προορισμός, ελάχιστα απασχολεί τον ταξιδιώτη, το ίδιο το ταξίδι είναι αυτοσκοπός, είναι εκείνο που συναρπάζει και καθηλώνει. Έτσι ο αναγνώστης του βιβλίου θα παρακολουθήσει από κοντά την πορεία των κονκισταδόρων, όπως την έχει μελετήσει και αποδώσει ο αφηγητής, θα εμπλακεί σε ένα «κυνήγι θησαυρού», θα έλθει αντιμέτωπος με αρχαιοκαπήλους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, θα γίνει μάρτυρας της ερωτικής περιπέτειας του πρωταγωνιστή με μια συνεργάτιδα των πρώτων, θα αναζητήσει πυρετωδώς τη λύση μυστηρίων. Με άλλα λόγια του δίνεται η ευκαιρία μιας μοναδικής περιήγησης, και το κυριότερο, να γίνει αποδέκτης σημαντικών πληροφοριών που σχετίζονται με τη θάλασσα, την τέχνη της ναυσιπλοΐας, της ναυπηγικής, όπως και να γνωρίσει εξωτικούς τόπους μαζί με τις συνήθειες τους.

Άξια αναφοράς είναι επίσης και τα επιμέρους στοιχεία που ολοκληρώνουν το μυθιστόρημα. Ο Γιώργος Λεονάρδος είναι έμπειρος συγγραφέας, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του. ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες σκιαγραφούνται με απόλυτη ενάργεια, τα περιφερειακά πρόσωπα πού πλαισιώνουν τούς κεντρικούς ήρωες, διαθέτουν γοητευτικά όσο και κωμικά χαρακτηριστικά, χαρίζοντας στον αναγνώστη , πέρα από τη απόλαυση της περιπέτειας, το διάχυτο χιούμορ τους.

Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο, το οποίο κυριολεκτικά διαβάζεται απνευστί και ταυτοχρόνως μας προκαλεί να εισέλθουμε αβίαστα στον πυρήνα και τον σφυγμό της ιστορίας, να εμπλακούμε στην περιπέτεια και κυρίως να απολαύσουμε τα όσα διαδραματίζονται εκεί με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς. Με άλλα λόγια μια αλυσίδα συναρπαστικών περιστατικών, γεγονότων και περιπετειών θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον μας. Χωρίς διάθεση υπερβολής το κατατάσσω από τα απολαυστικότερα και πολύ ενδιαφέροντα αναγνώσματα που έπεσαν στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό.

«Νησιά Ξεχασμένα στον Χρόνο» του Γιώργου Λεονάρδου, εκδόσεις «Ωκεανός», σελ 448.


Κριτικό σημείωμα του ποιητή Γιώργου Βέη


   Πρόκειται για ένα βιβλίο, το οποίο όχι μόνον διαβάζεται απνευστί, αλλά καλεί τους αναγνώστες του να επανέλθουν σ΄ αυτό για να απολαύσουν εκ νέου τα όσα διαδραματίζονται εκεί με ιδιαίτερα γρήγορους διηγητικούς ρυθμούς. Η ασίγαστη δράση, η καλώς συγκερασμένη πλοκή και οι αληθοφανείς συνθήκες της επιμέρους εξέλιξης των ανατροπών συναποτελούν ουσιώδη τεκμήρια της μεγάλης προσοχής, την οποία επέδειξε ο μυθιστοριογράφος αυτός τόσο στο θεματικό, όσο και στο υφολογικό του πεδίο. Βαθύς άλλωστε γνώστης των ιστορικών πηγών του, κάτοχος ενός ευρύτερου γνωσιολογικού υλικού, αλλά και εξαιρετικά έμπειρος χρήστης μιας ευέλικτης γλώσσας, ο πολυβραβευμένος, μεταξύ άλλων και με το Κρατικό βραβείο Ιστορικού Μυθιστορήματος, Γιώργος Λεονάρδος γνωρίζει πολύ καλά πότε θα μας αιφνιδιάσει, αφηγούμενος κάθε φορά, όπως ακριβώς στην προκειμένη, αλυσίδες συναρπαστικών περιστατικών από τη ζωή συγχρόνων μας ή μη προσώπων. Η σύνδεση παρόντος-παρελθόντος είναι καθόλα αρραγής. Το ιστορικό τότε έρχεται κοντά μας με ασφάλεια και χαρακτηριστική άνεση.

     Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο εν λόγω συγγραφέας, «αφού κατέθεσε στην ελληνική αγορά του βιβλίου ορισμένα δείγματα των επιλογών και των απόψεών του σχετικά με την αμιγή μυθοπλασία (1992-1997), επέλεξε στη συνέχεια (από το 1998 και εξής) να δοκιμάσει τρόπους δημιουργικής επεξεργασίας ιστορικών ζητημάτων ως βάση για την οργάνωση σύγχρονων κειμενικών κόσμων και ως πλαίσιο για τη διαλεκτική σχέση της γενικής ιστορικής πραγματικότητας με την υποκειμενική πρόσληψη [. . . ] η μυθοπλασία βασίζεται μεν σε αρχειακές και βιβλιογραφικές πηγές (οι οποίες, άλλωστε, συμπληρώνουν ως παρακείμενες αναφορές τον κειμενικό κόσμο των βιβλίων), αποτελεί όμως πρωτότυπο προϊόν της συνδυαστικής ικανότητας και της αισθητικής του συγγραφέα». (Βλ. Άλκηστη Σουλογιάννη, «Ο πολυσύνθετος κειμενικός κόσμος του Μαγγελάνου», εφ. «Η Καθημερινή»,18 Μαΐου 2010). Με σημαίνουσα εστία αναφορών την ανάπλαση ενός μόνον μέρους του περιπετειώδους βίου και της πολιτείας του Don Teodoro Griego, εκ Κρήτης, ο οποίος ακολούθησε επωνύμους Ισπανούς κονκισταδόρες ή κατ΄ άλλους απλώς αδίστακτους τυχοδιώκτες στο Νέο Κόσμο, περί το 1526, η εξιστόρηση στα Νησιά ξεχασμένα στον χρόνο θα εξακτινωθεί από τη Ρώμη στη Φλώριδα και από εκεί στο πέλαγος της Γαλλικής Πολυνησίας.

    Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο εξ Αιγύπτου ομογενής, πολύγλωσσος, αρρενωπός Αλέξανδρος, θα εμπλακεί εκών άκων σε ένα «κυνήγι θησαυρού». Έρχεται αντιμέτωπος με αρχαιοκαπήλους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, ερωτεύεται συνεργάτιδα των πρώτων, αναζητεί πυρετωδώς τη λύση συναφών μυστηρίων, χωρίς να χάνει ποτέ τη ψυχραιμία του. Από το καθεστώς της εμφανούς ανίας που τον κατακυρίευε στη Ρώμη πέρασε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς στη ζώνη δράσης των κυνηγών κειμηλίων, όπου τα πάντα διακατέχονται από το φλογερό κίνητρο του άμεσου χρηματικού υπερκέρδους. Οι περγαμηνές που άφησε πίσω του ο Don Teodoro Griego αποτελούν ισχυρό μαγνήτη έλξης: διακινδυνεύονται τα πάντα για να αποκτηθούν. Η δε ευκαιριακή σύντροφος του προαναφερομένου Αλέξανδρου, ονόματι Φιλομένα ντι Ναβάρο ελ Μαρτίνεθ ντα Λεκούνα ελ Μιράθ ντε Σότο, συμβάλλει από την πλευρά της στη δημιουργία ενός κλίματος πηγαίου ερωτισμού, το οποίο συνέχει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης.

    Το ιστορικό στοιχείο συνυπάρχει με το αντίστοιχο μυθοπλαστικό. Οι δόσεις είναι ισόρροπες, το ταξίδι στο παρελθόν ολοκληρώνεται σα να ήταν ταξίδι στο εξ αντικειμένου τώρα. Αυτή ακριβώς η αίσθηση προσδίδει στο εν λόγω έργο μιαν ομολογούμενη αφηγηματική αρετή. Ο Γιώργος Λεονάρδος σέβεται απολύτως τα αρχειακά του δεδομένα. Δεν χρειάζεται να καταφύγει σε μανιερισμούς του συρμού για να προκαλέσει το ενδιαφέρον μας. Η εγνωσμένη του λογοτεχνική επάρκεια και η ενδελέχεια της επιμέρους μεθοδολογίας του αρκούν για να μας συστήσουν έναν ολόκληρο κόσμο, όπου οι ηθικές συγκρούσεις, οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και οι ενστικτώδεις αντιδράσεις πείθουν απολύτως για τα αίτια και τα αιτιατά των κινήτρων τους. Δεν απουσιάζει βεβαίως η σατιρική χροιά. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενισχύεται θετικά από την παρεμβολή της. Τα δε έθιμα λαών που βρίσκονται, ως εκ των πραγμάτων, τόσο μακριά από τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου, προσεγγίζονται με ιδιαίτερη σύνεση. Αυτό που φτάνει εν τέλει σε μας μέσα από τις οικείες σελίδες των Νησιών ξεχασμένων στο χρόνο είναι το απείκασμα αυθεντικών πολιτισμικών μονάδων, οι οποίες διακρίνονται αμέσως για την πρωτοτυπία των δομών τους. Ο συγγραφέας, το υπογραμμίζω αυτό, δεν επιδεικνύει τις αναμφισβήτητες, κατοχυρωμένες γνώσεις του, αλλά αφοσιώνεται στην ανάδειξη όλων των πτυχών της ιδιοσυγκρασίας των ηρώων του, προωθώντας έτσι αποτελεσματικά την όλη μυθιστορηματική διάταξη. Κοντολογίς, η κειμενική αρμονία υποστηρίζεται εναργώς από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.



Κριτική δημοσιευμένη στήν “Ἑστία” στίς 27.12.2014

από τήν κ. Χαρίκλεια Δημακοπούλου

 

Πολύ προσφάτως ἐκυκλοφόρησε ἕνα νέο βιβλίο τοῦ γνωστοῦ λογοτέχνου καί δημοσιογράφου κ. Γιώργου Λεονάρδου πού ἐπιγράφεται:

Νησιά ξεχασμένα στόν χρόνο. Don Teodoro Griego” (ἐκδ. Ὠκεανός, σελ. 430 μέ 14 σελίδες φωτογραφιῶν ἐκτός κειμένου, εὐρώ 14,91). Τόν συγγραφέα γνωρίζουν καλῶς οἱ ἀναγνῶστες μας, καθώς ἔχομε παρουσιάσει κατ’ ἐπανάληψη τά βιβλία του. Ἄλλοι τόν γνωρίζουν καί ὡς δημοσιογράφο καθώς ἐργάσθηκε πολλά ἔτη στόν ἡμερήσιο τύπο τοῦ τόπου μας.

Μέ τά Νησιά ξεχασμένα στόν χρόνο, ὁ κ. Λεονάρδος ἔρχεται πάλιν στούς Ἕλληνες ἐξερευνητές κονκισταδόρες. Αὐτήν τήν φορά στόν Don Teodoro Griego, πού χάθηκε κάπου στίς ἀκτές τῆς Φλώριδας ἀναζητώντας τόν θησαυρό τῶν Ἰνδιάνων Ἀπαλάτσι. Στά ἴχνη του ἐξαπολύεται ὁ ἥρωας καί ἀφηγητής τῆς Ἀλεξανδρινῆς ραψωδίας ἔχοντας ρίξει πιά τήν τέφρα τῆς ἀγαπημένης του στίς ἐκβολές τοῦ Νείλου. Καί ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια ἀκολουθεῖ μία πορεία πρός τήν Ρώμη, τήν Σεβίλλη, τήν Φλώριδα, τό Λός Ἄντζελες, γιά νά περιηγηθῆ μέ κρουαζιέρα –θέλοντας καί μή– τήν Γαλλική Πολυνησία καί νά γνωρίση τά νησιά τοῦ ἐπιγείου παραδείσου πού ὀνομάζονται Μπόρα-Μπόρα ἤ Ταϊτή ἤ Πάγκο-Πάγκο. Τό ἀπίθανο εἶναι ὅτι ὁ συγγραφεύς ἐφρόντισε νά κάμη τό ταξίδι τοῦ ἥρωός του πρίν γράψη γι’ αὐτό! Αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἀπό τίς φωτογραφίες πού φιλοξενοῦνται στό τέλος τοῦ νέου βιβλίου. Ἐξ ἄλλου, αὐτά τά διερευνητικά ταξίδια τοῦ κ. Λεονάρδου πάντοτε συνοδεύουν τήν προπαρασκευή καί συγγραφή τῶν βιβλίων του καί χρησιμεύουν στήν διαμόρφωση τοῦ πλαισίου τῆς πλοκῆς. καί τόν ἔχουν φέρει ἀπό τήν Μόσχα στήν Πόλη, ἀπό τήν Εὐρώπη στίς ΗΠΑ καί ἀκόμη ἔχει κάμει τόν περίπλου τῆς γῆς ἀκολουθώντας τά ἴχνη τοῦ Μαγγελάνου, συναντώντας ἑλληνικές ταβέρνες, καφετέριες, κέντρα ἤ ἄλλα καταστήματα σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς ὑφηλίου.

Στό νέο του βιβλίο, ἡ πλοκή εἶναι δομημένη στήν πορεία τῆς ἀφηγήσεως. Ὁ ἥρωας Ἀλέξανδρος προσπαθεῖ νά λησμονήση τήν ἀπώλεια ἀγαπημένων του προσώπων, καί κυρίως τῆς παλαιᾶς ἀγαπημένης του, ὅπως ἡ ἀφήγησις τό περιγράφει στήν Ἀλεξανδρινή ραψωδία. Τυχαῖα γεγονότα τόν παρασύρουν σέ μία κρουαζιέρα μέχρι τήν Φλώριδα. Στό πλοῖο γνωρίζει μία πολύ ὡραία γυναίκα, τήν Φιλομένα, τήν ὁποία καί ἐρωτεύεται. Ἡ Φιλομένα θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀπόγονος τοῦ Χερνάντο ντέ Σότο (1496-1542), τοῦ Ἱσπανοῦ ἐξερευνητοῦ πού διεξήγαγε τήν πρώτη ἐξερευνητική ἀποστολή στήν Βόρειο Ἀμερική, στίς περιοχές πού σήμερα ἀνήκουν στίς ΗΠΑ. Καί εἶχε τήν τύχη νά ἐπιστρέψη στήν πατρίδα του, σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἕλληνα πού μετεῖχε στήν ἐπιχείρηση, τόν Ντόν Τεόντορο Γκριέγκο, πού ἀπέμεινε στήν Φλώριδα, πιθανῶς θῦμα τῶν ἐντοπίων Ἰνδιάνων τῶν ὁποίων τόν θρυλούμενο θησαυρό θέλησε νά ἁρπάξη. Ὁ Ντόν Τεόντορο καί ὁ ντέ Σότο ἀνήκαν στήν ἐξερευνητική καί τυχοδιωκτική ἐπιχείρηση ἀναζητήσεως χρυσοῦ στίς Δυτικές Ἰνδίες (ὅπως ἀπεκαλοῦντο τότε οἱ ἀκτές τῆς Ἀμερικῆς) πού εἶχε ξεκινήσει ὑπό τόν Ντόν Παμφίλο ντέ Ναρβάεθ κατά τό 1527. Τά στοιχεῖα πού διεσώθησαν γιά τόν δαιμόνιο Ἕλληνα εἶναι ἐλάχιστα, ἀλλά πληροφορούμεθα ἀπό τήν ἀφήγηση τοῦ κ. Λεονάρδου, πού στηρίζεται σέ πηγές ἱσπανικές, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ Ντόν Τεόντορο, πού ἴσως νά κατήγετο ἀπό τήν Κρήτη ἤ τίς Κυκλάδες, ἤ καί ἀπό τήν Πελοπόννησο, περιοχές πού τελοῦσαν ὑπό πλήρη ἤ μερική κυριαρχία τῶν Βενετῶν, διέθετε γνώσεις καί ἐμπειρία ναυπηγοῦ τῆς Ἑλλάδος καί συνεπῶς ἦταν σέ θέση νά καλαφατίση μέ ρετσίνι ἕνα αὐτοσχέδιο σκάφος, ὅταν ἐναυάγησαν σέ κάποιο σημεῖο τῆς Φλώριδας.  

Ἡ ἀφήγησις εἶναι γλαφυρή, οἱ τόποι μαγευτικοί, ἡ πλοκή ἔχει τήν ροή τῆς περιπετείας, τό κυνηγητό τοῦ θησαυροῦ, ἀλλά ἐκεῖνο πού κάνει τό βιβλίο χαριτωμένο εἶναι τά δευτερεύοντα πρόσωπα πού πλαισιώνουν τούς ἥρωες καί ἔχουν πολλά κωμικά χαρακτηριστικά εἴτε πρόκειται γιά τίς τρεῖς κυρίες πολλῶν Μαΐων καί Δεκεμβρίων πού κάνουν καί ὀλίγη ἀρχαιοκαπηλία, εἴτε γιά τούς ἀρκετά κωμικούς κακοποιούς μέ τίς ἔξαλλες φιλενάδες τους. Τό χιοῦμορ εἶναι τό ἄλλο βασικό στοιχεῖο τοῦ κ. Λεονάρδου καί αὐτό πού καθιστᾶ τά βιβλία του τόσο εὐχάριστα. Δέν ἐπιδιώκει νά γράψη μεγαλόπνοα ἔργα ἀναζητώντας νέες φόρμες καί νέους τρόπους ἐκφράσεως. Ἀρκεῖται στό κλασικό ἀφηγηματικό στύλ πού μᾶς εἶναι ἄμεσα κατανοητό. Ἀλλά τό διανθίζει μέ γοητευτικόν τρόπο μέ τό χιοῦμορ καί τόν αὐτοσαρκασμό, χωρίς νά παρασύρεται ποτέ σέ βαναυσότητες. Ἡ ἱστορία τελειώνει μέ ἀπροσδόκητο τρόπο, τόν ὁποῖο δέν θά ἀποκαλύψωμε γιά νά μήν χαλάσωμε τόν ἐνδιαφέρον τοῦ βιβλίου. Τό βέβαιο εἶναι ὅτι θά σᾶς διασκεδάση πολύ καί ἐκτός τῶν ἄλλων θά σᾶς πληροφορήση γιά τήν ἄγνωστη ἱστορία τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἑλλήνων στήν κατάκτηση τοῦ Νέου Κόσμου.

Ὁ κ. Λεονάρδος γεννήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου καί ἐμεγάλωσε ἐν πολλοῖς στήν Θεσσαλονίκη. Πάντοτε κοντά στήν θάλασσα, πάντοτε μέ κάποιον ἰσχυρό ἄνεμο πού ἐπηρέαζε τό κλῖμα, εἴτε τόν φλογερό χαμσίν ἀπό τήν Λιβύη εἰτε τόν παγερό Βαρδάρη πού θερίζει τήν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ. Τό κοντά στήν θάλασσα ἦταν καταλυτικό γιά τήν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητός του. Στούς φίλους ὁμολογεῖ ἐνίοτε ὅτι ὡς παιδί ὀνειρευόταν νά γίνη καπετάνιος καί νά ὀργώνη τίς θάλασσες, παρασυρμένος ἀπό τήν εὐχή καί κατάρα τῆς Φυλῆς μας πού μᾶς συνδέει μέ τά κύματα, τίς φουρτοῦνες καί τήν Γοργόνα.

Ἡ ζωή ὅμως εἶναι πεζή καί πικρή, καί ἔτσι ὁ κ. Λεονάρδος ἐσπούδασε φυσικομαθηματικά ἀντί νά εἰσέλθη σέ σχολή ἐμποροκαπεταναίων. Τόν παρέσυρε ὅμως ἕνα ἄλλο κῦμα καί τόν ἔφερε ἀγόγγυστα, καί σωστά ὅπως ἀποδείχθηκε, στήν θάλασσα τῆς μελάνης καί τοῦ χαρτιοῦ. Ἔγινε δημοσιογράφος, καθ’ ὅ ἀκατάλληλος γιά τήν ἰδιότητα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ. Ἦταν ἀποφασιστική ἡ καμπή πού τόν ἔφερε στήν Δημοσιογραφική Σχολή τοῦ Ἑλληνοαμερικανικοῦ Ἰνστιτούτου (Σχολή Σπύρου Μελᾶ) καί καθώρισε τήν μετέπειτα πορεία του. Ἀρχικῶς ἐργάσθηκε στό δελτίο ἐξωτερικῶν εἰδήσεων καί ἀκολούθως στό πολιτικό ρεπορτάζ στήν Καθημερινή. Τό 1964 ἀνέλαβε τά καθήκοντα τοῦ ἀνταποκριτοῦ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου Εἰδήσεων στό Βελιγράδι, σέ ἐποχή πολύ ἐνδιαφέρουσα, καθώς ὁ Τίτο εἶχε ἀρχίσει νά ἐφαρμόζη ἤδη τήν Τριτοκοσμική πολιτική του καί ἐπεδίωκε τήν κυριαρχία μεταξύ τῶν ἐν συνεχεία ἀποκληθέντων «Ἀδεσμεύτων» κατά τήν κορύφωση τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου. Παρέμεινε στίς ὄχθες τοῦ Δούναβη μέχρι τό 1967, ὁπότε ἐπανῆλθε στήν Ἀθήνα καί ἐργάσθηκε διαδοχικῶς στίς ἐφημερίδες Ναυτεμπορική, Ἀπογευματινή, Ἐλευθεροτυπία, Μεσημβρινή, Ἔθνος καί Ἐλεύθερος Τύπος. Διετέλεσε καί τακτικός ἀρθρογράφος στήν ἐφημερίδα Κέρδος. Τό 1977 ἀνέλαβε ἀνταποκριτής τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Πρακτορείου στήν Νέα Ὑόρκη καί ταυτοχρόνως διευθυντής τῆς ἐφ. Ἐθνικός Κῆρυξ τῆς Νέας Ὑόρκης. Ὅταν ἐπανῆλθε στήν Ἀθήνα διετέλεσε παρουσιαστής εἰδήσεων στήν ΕΡΤ καί στόν ΑΝΤ1. Μέσα στήν πορεία τῆς δημοσιογραφικῆς ζωῆς του ἐπεδίωξε ἤ ἀπεδέχθη τήν ἀνάληψη δημοσιογραφικῶν ἀποστολῶν στόν Πόλεμο τοῦ Βιετνάμ, στήν σύρραξη Ἰράν-Ἰράκ καί σέ ἄλλους πολέμους τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ἀλλά καί σέ μεγάλες διεθνεῖς διασκέψεις καί συνέδρια δημοσιογραφικοῦ ἐνδιαφέροντος.  

Παραλλήλως ἐμφανίσθηκε στά γράμματα τό 1992 μέ τό αὐτοβιογραφικοῦ περιεχομένου μυθιστόρημα Κόκκινο Σαλόνι τῆς Γιαγιᾶς. Ἀκολούθησε μέ τήν αὐτή ἔμνευση τό Σπίτι πάνω ἀπό τίς Κατακόμβες (1993). Ἀμφότερα στηρίχθηκαν στίς νεανικές ἀναμνήσεις του ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια.  

Ἀκολούθησαν τά μυθιστορήματα Εὔα (1994), Οἱ πόλοι τοῦ μαγνήτη (1995), Οἱ ἐραστές τῆς γῆς (1996), Τό τραγούδι τῆς ψυχῆς (1997) καί μετά βρῆκε τόν ἀληθινό δρόμο του στό ἱστορικό μυθιστόρημα μέ τόν Μπαρμπαρόσα τόν Πειρατή (1998), τήν Μάρα τήν Χριστιανή Σουλτάνα (1999), τήν Ὡραία Κοιμωμένη τοῦ Μυστρᾶ (2003), τόν Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο τόν Ἐλευθερωτή (2005), τούς Παλαιολόγους (2006), τόν Τελευταῖο Παλαιολόγο (2007, γιά τόν ὁποῖο ἐτιμήθη μέ τό Κρατικό Βραβεῖο Μυθιστορήματος), τήν Σοφία Παλαιολογίνα (2008). Στό ἐνδιάμεσο ἐξεδόθη καί ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή (2001), ἰδιότυπο βιβλίο ἀντλημένο ἀπό προσωπικούς στοχασμούς, βιώματα καί πολλή φαντασία.  

Ἔχοντας ἐξαντλήσει τήν ἔμπνευση τῆς Παλαιολογείου ἐποχῆς, ἐστράφη στήν ἀγάπη του γιά τήν θάλασσα καί τίς ἐξερευνήσεις, μέ τήν ἰδιότυπη ἐπιλογή νά ἀναζητῆ Ἕλληνες πού ἔλαβαν μέρος στά μεγάλα ταξίδια τῶν ἐξερευνήσεων τῆς Ἀναγεννήσεως. Ἔτσι ἐξεδόθησαν τό Μαγγελᾶνος. Τρεῖς Ἕλληνες στό τέλος τοῦ κόσμου (2009) καί τό Ξεκλειδώνοντας τή Μυστική Θούλη (2010).  

Οἱ παλιές ἀγάπες ξαναζοῦν στήν Ἀλεξανδρινή ραψωδία (2011) μέ σπαρταριστές σκηνές ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τοῦ Β΄ Παγκ. Πολέμου. Ἐνῶ τό προτελευταῖο βιβλίο του Τό τελευταῖο κρασί (2013) στρέφεται στήν Ὕστερη Ἀρχαιότητα καί στούς ἀπογόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.   


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΡΑΣΙ


Από τις εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ-ΩΚΕΑΝΟΣ κυκλοφόρησε το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του Γιώργου Λεονάρδου “ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΡΑΣΙ”, το οποίο αναφέρεται στον 4ο μΧ. Αιώνα, στη μετάβαση του τότε πολιτισμένου κόσμου από τον Παγανισμό στο Χριστιανισμό.

Ο τέταρτος «χριστιανικός» αιώνας βρήκε τους λαούς γύρω από την ακτογραμμή της λεκάνης της Μεσογείου σε μεγάλη αναστάτωση, σύγχυση θρησκευτικών πεποιθήσεων και συναισθημάτων και κυρίως σε μια ευρύτατη κοσμοχαλασιά, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Παλαιές αρχές, φρονήματα και ιδεολογίες κατέρρεαν μέσα σε ένα γενικό σύστριγκλο και πανδαιμόνιο, με τις νέες κοσμοθεωρίες, τις δοξασίες και τις αιρέσεις να παίρνουν τη θέση των προηγούμενων ειδώλων, ενώ οι καταρρέουσες φιλοσοφικές και παγανιστικές αντιλήψεις εξελίσσονταν πλέον σε καταδικαστέες. Η εμμονή δε σε αυτές απέφεραν συχνότατα απάνθρωπες ποινές.

Δύο πανάρχαιες κοσμοαντιλήψεις, η μια με τους φιλοσόφους της και τον Σωκράτη προεξάρχοντα, να διδάσκει δια μέσου των αιώνων την αρετή ως απαύγασμα της Γνώσης και της Σοφίας και την άλλη, με τους προφήτες της και τον Μεσσία της, να διδάσκουν επίσης την αρετή, αλλά ως συνακόλουθη της ταπεινότητας, της μετριοφροσύνης και της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, χωρίς καμιά άλλη φιλοσοφική αρχή. Αυτές οι δύο κοσμοθεωρίες συγκρούονταν με αιματηρά αποτελέσματα και ιδιαίτερα σε βάρος των θεραπόντων της αρχαιότερης ομάδας.

Και αυτή ακόμα η υπέρτατη αξία, της αρετής, να αποτελεί την αιτία μιας από τις πλέον φονικές συγκρούσεις, μέσα σε ένα γενικό κλίμα δέους φόβου και τρομοκρατίας για το αύριο των απλών πολιτών.

Ήταν ένας αιώνας που κυριαρχείτο από τις δυναστικές και θρησκευτικές έριδες πλαισιωμένες από δυναστικές και προσωπικές διενέξεις, διχασμούς, αιρέσεις και συρράξεις, και βέβαια από μαγεία.

Όλοι φυλάγονταν από τον πλησίον τους στη νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντίνου Πόλη. Οι πολίτες φυλάγονταν από τους ληστές, οι ληστές φυλάγονταν από τους νυχτοφύλακες, οι νυχτοφύλακες από τους αξιωματικούς τους, οι αξιωματικοί από τους αυλικούς, οι αυλικοί από τους ευνούχους, οι ευνούχοι από το βασιλιά, κι ο βασιλιάς από όλους: Τους ευνούχους του, τους αυλικούς του, τους στρατηγούς του, τους συγγενείς του και τους απανταχού εν δυνάμει μνηστήρες του θρόνου και της εξουσίας του. Γιατί όλοι γνώριζαν ότι ένα στραβοπάτημά τους, μια παρορμητική έκφρασή τους, μπορούσε να καταλήξει στην απώλεια της κεφαλής τους.

Η αγωνία και η ανασφάλεια των «υπηκόων» αυτής της νεοσύστατης χριστιανικής αυτοκρατορίας ήταν τόσο έντονες, ώστε παρά τις θρησκευτικές απαγορεύσεις, η προφητεία και η μαγεία, που ήταν επίσημα παράνομες λειτουργίες, να έχουν αναπτυχθεί σε υπέρτατο βαθμό, και συχνά πυκνά να ανεβαίνουν στα ουράνια πυκνοί καπνοί τσίκνας από ανθρώπινη σάρκα, αυτή των μάγων, των ψευδοπροφητών, των μαντευτών και βέβαια των αιρετικών. Άπειρες ήταν οι προσπάθειες να προβλεφθούν και να αποτραπούν δράσεις και συνέπειες από την άσκηση της καταδικαστέας μαγείας, λευκής και μαύρης, και της μαγγανείας. Αλλά εις μάτην…

Βασιλείς που επιθυμούσαν να μάθουν την έκβαση ενός πολέμου, η κόρη που ήθελε να μάθει τα συναισθήματα του εκλεκτού της, ο αυλικός που ήθελε να μάθει για την πολυπόθητη προαγωγή του στην κλίμακα της εξουσίας και πολλοί, πολλοί άλλοι, ο καθένας με τις προσωπικές επιδιώξεις και τις ατομικές του φιλοδοξίες. Κι εκεί οι Ρωμαίοι νεοπροσύλητοι, οι άλλοτε παγανιστές φιλόσοφοι και ειδωλολάτρες, έπρεπε να φυλάσσονται από τους συκοφάντες, τους διαβολείς, τους Ιάγους, οι οποίοι ήταν πάντα έτοιμοι να εξυφάνουν ένα χάλκευμα, που μπορούσε να οδηγήσει τους προσωπικούς εχθρούς τους στο λεπίδι του πέλεκυ του δήμιου.

Ήταν ένας αιώνας, ο 4ος, πλήρης ανατροπών, στάσεων και επαναστάσεων και το χειρότερο αιρετικών διενέξεων, που προκαλούσαν ακόμα περισσότερα θύματα, απ’ ότι ένας κανονικός, αν επιτρέπεται η έκφραση, πόλεμος. Πέραν όμως των άλλων κακών ήταν ένας αιώνας στον οποίο κυριαρχούσαν οι αιρέσεις και οι δοξασίες για τη νέα θρησκεία στον «άγνωστο θεό», με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε συνεχή πόλεμο οι επονομαζόμενοι «Τριαδικοί», που ήταν υποστηρικτές της επικρατούσας άποψης της «Αγίας Τριάδας», ότι δηλαδή ο Πατήρ, Υιός και το Άγιο Πνεύμα αποτελούν μία και μοναδική θεότητα και τους Αρειανιστές που αναγνώριζαν μόνο τον Πατέρα ως Θείο.

Σ’ αυτό τον αιώνα ανεφύησαν δύο χαρισματικές προσωπικότητες, στις οποίες αναφέρεται ο συγγραφέας. Η Ευσεβία, η ευσεβεστάτη και ο Ιουλιανός ο μέγας και φιλόσοφος ή αποστάτης και παραβάτης, όπως τον προσονόμαζαν οι οπαδοί και οι αντίπαλοί του αντίστοιχα… Ο ίδιος διακήρυσσε ότι ήταν Έλληνας. Έτσι απλά…

Η Ευσεβία, η όμορφη βυζαντινή αρχοντοπούλα, μαθαίνει ότι την προορίζουν για σύζυγο του Κωνστάντιου, του νέου αυτοκράτορα. Κρυφά ερωτευμένος μαζί της ο Ιούλιος, ο σωματοφύλακάς της, θα ταραχτεί όταν θα μάθει το νέο. Όμως, ο έρωτας της πιστής και αφοσιωμένης Μελισσάνθης είναι γι' αυτόν καταφύγιο και παρηγοριά, αφού δεν μπορεί να έχει την γυναίκα της καρδιάς του. Κι ύστερα, όλα αλλάζουν ξαφνικά. Το σύμπαν ανατρέπεται...

Ο Γιώργος Λεονάρδος, μας αφηγείται με τον δικό του μοναδικό τρόπο τη συναρπαστική ιστορία μιας σημαντικής γυναίκας και μιας πραγματικά εμβληματικής εποχής... (Οι εφημερίδες)




ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ



Η μαγευτική Αλεξάνδρεια των χρόνων του Φαρούκ και της πανίσχυρης τότε ελληνικής κοινότητας. Ένα μωσαϊκό γεγονότων, εξελίξεων, προσωπικών ιστοριών, ρίσκου κι επιτυχίας, ευτυχίας και δυστυχίας. Με τραγική κατάληξη την επιστροφή σε μια Ελλάδα κακότυχη, φτωχή αλλά με δυναμισμό και προοπτικές. Από την Νέα Υόρκη, στην Αλεξάνδρεια κι’ από την Βηρυτό στο Βελιγράδι, τα Εμιράτα και την Αθήνα ο Γιώργος Λεονάρδος μας ταξιδεύει σ’ ένα κόσμο που δίπλα μας υπάρχει, δημιουργεί, παλεύει, ερωτεύεται και θρηνεί.


Μια περιήγηση στην Αλεξάνδρεια της εποχής του πολέμου, αλλά και μετά από αυτόν, με τους εφήμερους έρωτες και τις τυχοδιωκτικές επιχειρήσεις από την περιγραφή των οποίων αναδύεται μια πολυφυλετική, πολυπολιτισμική και κοσμοπολίτικη πολιτεία, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τα μεγάλα ευρωπαϊκά και αμερικανικά κέντρα.

Και μέσα από αυτή την ονειρεμένη πολιτεία αναδύεται ένας πραγματικός έρωτας μεταξύ δύο παιδιών, που η θεά τύχη τους χάρισε πολλές χαρές και περισσότερες λύπες…

Η «Αλεξανδρινή Ραψωδία» συνθέτει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που συνδυάζει την γραφή του έμπειρου ιστοριογράφου με την διεισδυτική ματιά, του αναλυτή κοινωνικών καταστάσεων και προσωπικών αδιεξόδων. Ένα λεύκωμα πικρών αναμνήσεων από έναν ελληνισμό που δεν υπάρχει πια κι από αντιλήψεις και νοοτροπίες μιας κοινωνίας με υψηλούς στόχους και ένα διεθνισμό απαλλαγμένο από εθνικές προκαταλήψεις..

Ίσως, το ωριμότερο μέχρι σήμερα βιβλίο του…


ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ

ΤΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΟΥΛΗ

Το ιστορικό μυθιστόρημα του Γιώργου Λεονάρδου, “Ξεκλειδώνοντας τη Μυστική Θούλη” αναφέρεται όπως και το προηγούμενο στους Έλληνες θαλασσοπόρους του Μεσαίωνα και στα μυστικά της μυστικιστικής Εσχάτης Θούλης. Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με έντονο μυστικιστικό χρώμα, που εξιστορεί συγχρόνως τις περιπέτειες και τα επιτεύγματα Ελλήνων ωκεανοπόρων στην επιμονή τους να ανακαλύψουν νέες χώρες και νέα ήθη και έθιμα.

Από τις ηλιόλουστες Κυκλάδες στη σκυθρωπή, αλλά μαγευτική Βενετία. Κι από εκεί, περίπου στην άκρη του κόσμου. Ένα μυθιστόρημα που ανατρέχει στην ιστορία των πρώτων εξερευνήσεων των θαλασσών και μια ναυτική, ταυτόχρονα, περιπέτεια. Με τα πρωτόγονα μέσα του 16ου αιώνα, Έλληνες θαλασσοπόροι αντιμετωπίζουν άγνωστες θάλασσες, μυστικιστικές δοξασίες και φοβερές θύελλες. Από τους πάγους του Βόρειου Πόλου στις περίεργες καταιγίδες του Ατλαντικού. Κι από τις ανεξερεύνητες θάλασσες των νησιών Φερόες, της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας στα επικίνδυνα περάσματα του Βόρειου Ειρηνικού και της Βρετανικής Κολομβίας.

Ο Γιώργος Λεονάρδος μάς παίρνει μαζί του, με συναρπαστικό τρόπο, στα πιο απρόσιτα κι επικίνδυνα σημεία της Γης. Από την Εσχάτη Θούλη, που ενέπνευσε την κλασική αρχαιότητα –αλλά χρησιμοποιήθηκε και σαν μυστικό σύμβολο από τους ναζί–, μέχρι τα δυσκολότερα θαλασσινά περάσματα των μεγάλων ωκεανών, όπως το μυθικό πέρασμα του Ανιάν και το στενό του Έλληνα Ιωάννη Φωκά, ή Χουάν ντε Φούκα. Ταξιδεύουμε μαζί με τους ήρωες του βιβλίου σε μια περιπέτεια πλανεύτρα και θελκτική, που θα χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μας.

«…Όμως, πριν απ’ όλα, Άνδρο, παιδί μου», είπε ο γέροντας Ζωσιμάς στο νεαρό μαθητή του, «πρέπει να ταξιδέψεις. Πρέπει να πας εκεί όπου πήγε ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης. Στη μυθική, την Εσχάτη Θούλη, στη μαγική και αποκρυφιστική αυτή χώρα, για να μάθεις τα μυστήρια που διέπουν τον κόσμο μας. Εκεί, στην άκρη της Γης, όπου υπάρχει ένα πέρασμα που σε οδηγεί στον εσωτερικό κόσμο της Κοίλης Γης. Εκεί θα μάθεις τι είναι η Γη μας, τη θέση μας στο στερέωμα και τους γήινους και υποχθόνιους νόμους που μας κυβερνούν.…»

Ένα ιστορικό μυστικιστικό μυθιστόρημα και μια γοητευτική και συνάμα σαγηνευτική αφήγηση για τους φανατικούς των ταξιδιών και των εξερευνήσεων, αλλά και για όσους θα ήθελαν να γνωρίσουν τις κοσμογονικές και θρησκευτικές δοξασίες των λαών του 16ου αιώνα.



«Σε κάθε μου βιβλίο δίνω εξετάσεις», στο περιοδικό “ΕΠΙΚΑΙΡΑ” από τη Δέσποινα Σαββοπούλου.



Στη Μυστική Έσχατη Θούλη, έναν τόπο για τον οποίο κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ακριβώς και ο οποίος περιβλήθηκε από πληθώρα μυστηρίων και δοξασιών, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στη μυστική Εσχάτη Θούλη ή μυστικιστική Θούλη, μας ταξιδεύει με το νέο του βιβλίο ο πολυγραφότατος Γιώργος Λεονάρδος. Ο καταξιωμένος συγγραφέας, καταθέτοντας το δέκατο έκτο μυθιστόρημά του με τίτλο Ξεκλειδώνοντας τη μυστική Θούλη, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, μας δίνει το εισιτήριο για ένα ακόμα συναρπαστικό ταξίδι με οδηγό την ιστορική αλήθεια.   

«Υπεύθυνος για όλη αυτή την ιστορία είναι ο πρόγονός μας, ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, ο οποίος, θέλοντας να εξερευνήσει το απώτατο βόρειο τμήμα της γης, αλλά και να πλουτίσει από το εμπόριο του κεχριμπαριού, με τα οποία έφτιαχναν τα κοσμήματά τους οι γυναίκες της εποχής του, και για να ανακαλύψει κοιτάσματα ψευδαργύρου, από τα οποία οι σύγχρονοί του κατασκεύαζαν τα όπλα τους, ταξίδεψε στο βορειότατο αυτό σημείο, το οποίο ονόμασε “Θούλη”», λέει στα «Επίκαιρα» ο Γιώργος Λεονάρδος. «Από εκεί και πέρα δημιουργήθηκε ο θρύλος του περάσματος του Ανιάν, δηλαδή η φημολογούμενη θαλάσσια δίοδος από τον Ατλαντικό προς τον Ειρηνικό, μέσω της οποίας θεωρείτο ευκολότερο το δρομολόγιο των πλοίων που θα μετέφεραν τα πολύτιμα μπαχαρικά από την Ινδία. Όπως αντιλαμβάνεστε, τα πάθη, τα όπλα και ο πλουτισμός ωθούσαν από τότε τον άνθρωπο σε παράτολμα για εκείνη την εποχή εξερευνητικά ταξίδια που έφεραν και τις ανακαλύψεις». 

-Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στη μυστική Θούλη;

-Μα… «Το ξεκλείδωμα της Μυστικής Θούλης». Μια ταξιδιωτική μυστικιστική ιστορία, κι αν θέλετε ένα τυχοδιωκτικό χρονικό, που στα πραγματικά γεγονότα της Ιστορίας υπεισέρχεται και το συναίσθημα του συγγραφέα να συμμετάσχει στην περιπέτεια αυτή. Μην ξεχνάτε ότι ο δημιουργός συμμετέχει και συμπάσχει με τους ήρωές του. Έτσι ταξίδεψα κι εγώ με το δικό μου άνθρωπο, τον Άνδρο, στο ξεκλείδωμα των μυστικιστικών δοξασιών των συνανθρώπων μας, στην αιώνια ερώτησή «Ποιος είμαι;», «Ποιος μ’ έφτιαξε;», «Γιατί με δημιούργησε…». Γιατί στο ιστορικό αυτό μυθιστόρημα, πέραν των εξερευνήσεων και των ανακαλύψεων, στις οποίες μετείχαν και Έλληνες νησιώτες, παρουσιάζονται οι περισσότερες κοσμογονίες ή μυθολογίες αν θέλετε, με τις οποίες γαλουχήθηκαν οι άνθρωποι στον πλανήτη μας, πέραν της ελληνικής και πιο συναρπαστικής με τους Δώδεκα Θεούς μας, και της εβραϊκής, που επονομάστηκε από τους ιερωμένους μας «Παλαιά Διαθήκη»… 

 -Δεκαέξι συνολικά μυθιστορήματα. Πιστεύετε ότι έχετε δημιουργήσει το δικό σας κοινό, το οποίο αναζητά κάθε καινούριο σας βιβλίο; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του δικού σας αναγνωστικού κοινού ή αυτού που έλκεται από το ιστορικό μυθιστόρημα;

-Δεν μπορώ, βέβαια, να ισχυριστώ ότι τους αναγνώστες μου τους έχω… κατοχυρώσει. Σε κάθε μου βιβλίο κρίνομαι, δίνω εξετάσεις. Και όπως καταλαβαίνετε, κάθε φορά που ξεκινώ ένα θέμα, οι αμφιβολίες και η υπευθυνότητα με ζώνουν από ενδοιασμούς μήπως και φανώ κατώτερος των προσδοκιών τους. Οι αναγνώστες μου πιστεύω ότι ενδιαφέρονται για την Ιστορία στις λεπτομέρειές της, που δεν διδάσκεται στα σχολεία. Επιπρόσθετα, βρίσκεται και στη φύση της φυλής μας, μια και το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα θεωρείται γενικά Η φυλλάδα των Μεγαλέξανδρου και όχι ο Ιβανόης του Ουόλτερ Σκοτ, ενώ το πρώτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε μετά την Επανάσταση του ’21 ήταν μεν επιστολικό αλλά κυρίως ιστορικό, ο Λέανδρος του Παναγιώτη Σούτσου, αδελφού του σατιρικού συγγραφέα Αλέξανδρου Σούτσου…

-Πόσο πιστεύετε ότι η εποχή της γενικότερης οικονομικής κρίσης που διανύουμε έχει επηρεάσει τον κόσμο του βιβλίου;

-Σε αυτή την ερώτηση καλύτερα να σας απαντήσει περισσότερο έγκυρα ο εκδότης μου. Πάντως, μην ξεχνάτε ότι το μυθιστόρημα, και γενικότερα το βιβλίο, είναι το φθηνότερο ψυχαγωγικό μέσο της εποχής, που με λιγότερα χρήματα σε ψυχαγωγεί και σου κρατά συντροφιά περισσότερο χρόνο, παρά ένα ποτήρι ποτού σε ένα μπαρ, όπου δύο μοναξιές κάνουν μια παρέα, αλλά για λίγο χρόνο, όσο κρατιέται το ποτό στο χέρι…

 

**********************

Η τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων - Βράβευση του Γιώργου Λεονάρδου με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος

Την Κυριακή 15/3/2009 σε μια λιτή τελετή στην αίθουσα του Παρνασού, ο συγγραγφέας Γιώργος Λεονάρδος έλαβε από τον υπουργό Πολιτισμού, κ.Αντώνη Σαμαρά, το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος για το ιστορικό του μυθιστόρημα "Ο Τελευταίος Παλαιολόγος", που είναι το τρίτο βιβλίο της τριλογίας για την παλαιολόγεια δυναστεία.

Μετά τη βράβευσή του ο Γ.Λ. δήλωσε στους δημοσιογράφους οι οποίοι του ζήτησαν να σχολιάσει τη βράβευσή του, τα εξής:

"Ευχαριστώ πολύ για το βραβείο, το οποίο οφείλω κατά κύριο λόγο στους αναγνώστες, οι οποίοι με τη συμπαράσταση και την αρωγή τους με βοήθησαν από το πρώτο μου βιβλίο να πάω στο δεύτερο, από το δεύτερο στο τρίτο κ.ο.κ. για να έχω συγγράψει μέχρι σήμερα το δέκατο πέμπτο. Επίσης ευχαριστώ τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη, τους συνεργάτες μου εκεί, και βέβαια τη Γιώτα και τον Ηλία Λιβάνη, που ανέδειξαν τα βιβλία, για να χαίρομαι αυτή τη στιγμή εδώ στην άπονομή του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος, το οποίο θεωρώ ως επιστέγασμα της όλης προσπάθειας που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια, όταν έμαθα να διαβάζω και άρχισα να διαβάζω μυθιστορήματα. Διαβάζοντας αυτά τα μυθιστορήματα πίστευα με το παιδικό μου μυαλό μου τότε ότι οι συγγραφείς τους είναι μικροί θεοί που γεννούν ανθρώπους, τους μεγαλώνουν και τους πεθαίνουν. Και σιγά σιγά μου δημιουργήθηκε η φιλοδοξία να γίνω κι εγώ ένας μικρός θεός.
"Αυτό το βραβείο μου δίνει την ικανοποίηση ότι πραγματοποίησα το όνειρο να γίνω συγγραφέας, ανεξάρτητα αν πέτυχα ή δεν πέτυχα, που θα το κρίνουν άλλοι κι όχι εγώ.
"Ευχαριστώ την επιτροπή και όλους τους παρόντες και το βραβείο το αφιερώνω στους αναγνώστες μου και στη σύζυγό μου, τη Μάτα. που με ακολούθησε και μου συμπαραστάθηκε και στα πάνω μου και στα κάτω μου, στις εξάρσεις και στις υφέσεις μου".

Μαζί με τον Γ.Λ. βραβεύτηκαν για τα έργα τους οι εξής:
-Μαρτυρία- χρονικό: «Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922: Τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα» του Βασίλη Ι. Τζανακάρη (Μεταίχμιο)
-Δοκίμιο: «Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ού αιώνα» του Βαγγέλη Αθανασόπουλου (Καστανιώτης)
-Διήγημα: «Φιλοδοξίες κήπου» της Ευγενίας Φακίνου (Καστανιώτη).
-Ποίηση: «Λιμός» της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου (Νεφέλη).
-Το Μεγάλο Βραβείο για το σύνολο του έργου απονέμεται ομόφωνα στον Κώστα Γεωργουσόπουλο.
-Το νέο βραβείο για λογοτεχνικό περιοδικό απονέμεται εξ ημισείας στα έντυπα «Η λέξη» και «Νέα Εστία».
Την Κριτική Επιτροπή αποτελούσαν οι Παναγιώτης Μαστροδημήτρης (πρόεδρος), Γιώργος Ανδρειωμένος, Δημήτρης Λαμπρέλλης, Κώστας Μπουρναζάκης, Κώστας Σοφιανός, Λώρη Κέζα, Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Κώστας Ασημακόπουλος και Γεράσιμος Ζώρας.



Send mail to Webmaster:  leonardos.george@hotmail.com if problems arise with this site.
Copyright © 2005 George Leonardos gleonar@otenet.gr

Home | Welcome!